Η επιστημονική διαμάχη κατά πόσο η καταπολέμηση του πυρετού κάνει καλό ή κακό στους ασθενείς, διαρκεί πάνω από μισό αιώνα. Οι πρώτες έρευνες σε ζώα και ανθρώπους τη δεκαετία του ’70 άρχισαν να προωθούν την αντίληψη πως ο πυρετός δυσκολεύει τους παθογόνους μικροοργανισμούς να πολλαπλασιαστούν μέσα στο σώμα του ασθενούς.
Οι αναφορές που έχουμαι από την αρχαιότητα, σχετικά με τον πυρετό δεν είναι και πολύ φερέγγιες γιατι δεν υπήρχε σύστημα μετρήσεως του πυρετού. Ο Ιπποκράτης και οι τότε γιατροί σε άλλες χώρες πάσχιζαν να «ρίξουν» τον πυρετό.

Τι είναι ο πυρετός
Η εμφάνιση του πυρετού είναι το αποτέλεσμα της ενεργοποίησης της άμυνας του οργανισμού απέναντι στην εισβολή μικροβίων ή βακτηρίων.
Όταν κάποιο βακτήριο εισέλθει στον οργανισμό, προκαλεί διάχυση διαφόρων χημικών ουσιών στο αίμα. Οι ουσίες αυτές είναι είτε ενδογενείς (παράγονται από τον ίδιο τον οργανισμό), είτε εξωγενείς (βρίσκονται στα τοιχώματα των μικροβίων και μεταφέρονται στον οργανισμό). Όταν μπουν στο αίμα, εντοπίζονται από τους αγγελιοφόρους του υποθαλάμου (βρίσκεται στο κέντρο του εγκεφάλου και είναι υπεύθυνος για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος), οι οποίοι αμέσως του στέλνουν «μήνυμα» για αύξηση της θερμοκρασίας, ώστε να εξοντωθούν τα βακτήρια.
Τη στιγμή που ο υποθάλαμος δίνει την εντολή να αυξηθεί η θερμοκρασία, ο ασθενής έχει συνήθως την αίσθηση του ψυχρού, ταχυκαρδία και ρίγος, παρά το γεγονός ότι είναι ζεστός και το δωμάτιο βρίσκεται σε κανονική θερμοκρασία. Αυτό συμβαίνει διότι πολύ απλά ο οργανισμός παράγει περισσότερη θερμότητα από το κανονικό. Αντίθετα, όταν τα μικρόβια αρχίζουν να καταπολεμούνται, ο υποθάλαμος δίνει εκ νέου εντολή για επαναφορά της αρχικής θερμοκρασίας του σώματος.
Ο πυρετός σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρός, αλλά ως σύμμαχος του οργανισμού, αφού παίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της φυσικής άμυνάς του. Διευκολύνει την εμφάνιση παραγόντων που συμβάλλουν στην καταπολέμηση των ιών (π.χ. Τ-κύτταρα, ιντερφερόνη), ενώ παράλληλα περιορίζει σε σημαντικό βαθμό την εκδήλωση επιβλαβών για την υγεία καταστάσεων (π.χ. αύξηση λευκών αιμοσφαιρίων, δράση ενδοτοξινών).
Η θερμοκρασία παρουσιάζει αρκετές διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Οι χαμηλότερες τιμές της εκδηλώνονται στο διάστημα 01:00 – 07:00 και οι υψηλότερες στο διάστημα 16:00 – 21:00. Επίσης, είναι γνωστό ότι η θερμοκρασία επηρεάζεται από τη λήψη τροφής και διάφορους ψυχολογικούς παράγοντες. Τέλος, στις νεαρές γυναίκες η θερμοκρασία μεταβάλλεται ανάλογα με τη φάση του εμμηνορρυσιακού κύκλου.

Ανάλογα με το ύψος του πυρετού, υπάρχει ταξινόμηση της σοβαρότητάς του. Μεταξύ 38 – 39οC, ο πυρετός θεωρείται χαμηλός, μεταξύ 39 – 40οC μέτριος και μεταξύ 40 – 42οC υψηλός. Επιπλέον, υπάρχει και η περίπτωση της υπερπυρεξίας όταν η θερμοκρασία σώματος ξεπερνά τους 42οC, η οποία αντιμετωπίζεται ως επείγον ιατρικό πρόβλημα, καθώς τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η ζωή του ασθενούς

Εγκεφαλική βλάβη όταν περαση τα 42.

Τα αντιπυρετικά βοηθούν στην εξάπλωση και όχι στον περιορισμό της γρίπης

Οντάριο, Καναδάς
Τα αντιπυρετικά σκευάσματα βοηθούν στην εξάπλωση της γρίπης και όχι στον περιορισμό της, υποστηρίζουν καναδοί ερευνητές σε άρθρο τους που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Proceedings of the Royal Society B.

Εν αντιθέσει λοιπόν με ότι πιστεύαμε μέχρι σήμερα, τα αντιπυρετικά οδηγούν τελικά σε αύξηση των κρουσμάτων της γρίπης καθώς και των θανάτων που σχετίζονται με επιπλοκές της.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ του Οντάριο, με επικεφαλής τον Δρ Ντέιβιντ Ερν από το Ινστιτούτο Ερευνών Λοιμωδών Νόσων, υπολόγισαν πως η καταπολέμηση του πυρετού αυξάνει τον αριθμό των περιστατικών γρίπης ετησίως έως περίπου 5% (με σχετική αύξηση επίσης των θανατηφόρων κρουσμάτων).

«Όταν οι άνθρωποι νοσούν από γρίπη, συνήθως παίρνουν αντιπυρετικά φάρμακα, γιατί κανένας δεν θέλει να νιώθει άσχημα. Όμως αποδεικνύεται πως αυτό που μας βολεύει, τελικά μπορεί να αποβεί σε βάρος των άλλων που θα νοσήσουν», εξηγεί ο Δρ Ερν. «Επειδή ο πυρετός στην πραγματικότητα μειώνει την ποσότητα του ιού στο σώμα ενός αρρώστου, άρα μειώνει και την πιθανότητα να μολύνει άλλους, όταν κανείς παίρνει φάρμακα κατά του πυρετού, τελικά αυξάνει τον ιό στον οργανισμό του και έτσι διευκολύνει τη μετάδοση του ιού» προσθέτει και τονίζει ότι οι συνέπειες είναι σημαντικές στο σύνολο του πληθυσμού.

«Οι άνθρωποι συχνά παίρνουν -ή δίνουν στα παιδιά τους- αντιπυρετικά φάρμακα για να πάνε στη δουλειά ή στο σχολείο. Νομίζουν ότι έτσι μειώνουν τον κίνδυνο να κολλήσουν τους άλλους, επειδή ο πυρετός τους πέφτει. Όμως, στην πραγματικότητα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: οι άρρωστοι μεταδίδουν πιο εύκολα τον ιό, ακριβώς επειδή ο πυρετός τους έχει πέσει», σύμφωνα με τον Δρ Ερν.

Αυτό συμβαίνει, επειδή η μείωση της θερμοκρασίας του σώματος μετά την πτώση του πυρετού, διευκολύνει την ταχύτερη αναπαραγωγή του ιού (αρκετοί ιοί δεν μπορούν να πολλαπλασιαστούν πάνω από τη φυσιολογική θερμοκρασία των 37 βαθμών Κελσίου).

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από πολλές πηγές και, με τη βοήθεια εξελιγμένων στατιστικών μοντέλων, υπολόγισαν με ποιό τρόπο η δράση του αντιπυρετικού φαρμάκου, που διευκολύνει την εξάπλωση του ιού στο σώμα του ασθενούς, τελικά διευκολύνει και την ευρύτερη εξάπλωσή του στο «σώμα» όλης της κοινωνίας. Αυτό ειδικά συμβαίνει, όταν σε κάποια χρονιά κυκλοφορεί ένα νέο στέλεχος του ιού της γρίπης, πράγμα που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για μια πανδημία.

«Όπως πάντα, η μητέρα Φύση ξέρει καλύτερα. Ο πυρετός είναι ένας αμυντικός μηχανισμός που προστατεύει εμάς και τους άλλους. Τα αντιπυρετικά φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται μόνο για την ανακούφιση του ασθενούς και όχι για να επιτρέπουν σε αυτούς να κυκλοφορούν έξω από το σπίτι, όταν θα έπρεπε να μένουν σε αυτό (για να μην κολλήσουν άλλους)», σχολιάζει ο Δρ Ντέηβιντ Πράις, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ.

«Οι γιατροί συχνά συμβουλεύουν τους αρρώστους να παίρνουν αντιπυρετικά φάρμακα και τα ιατρικά εγχειρίδια αναφέρουν πως κάτι τέτοιο είναι αβλαβές. Αυτή η αντίληψη πρέπει να αλλάξει», συμπληρώνει ο Δρ Πολ Άντριους, του ίδιου πανεπιστημίου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την κατάχρηση των αντιβιοτικών, που οδηγεί στην εξάπλωση των ανθεκτικών παθογόνων βακτηρίων.

Άλλοι επιστήμονες, πάντως, εμφανίζονται επιφυλακτικοί στο να αποδεχθούν το συμπέρασμα της έρευνας και τονίζουν ότι η καναδική μελέτη βασίζεται σε διάφορες υποθέσεις που δεν έχουν ακόμα αποδειχτεί πραγματικά. Οι καναδοί επιστήμονες ανταπαντούν ότι, οι εκτιμήσεις τους είναι πολύ συντηρητικές, ακριβώς γιατί έλαβαν υπόψη τους τις διάφορες αβεβαιότητες.

Η επιστημονική διαμάχη κατά πόσο η καταπολέμηση του πυρετού κάνει καλό ή κακό στους ασθενείς, διαρκεί εδώ και δεκαετίες. Από την αρχαιότητα, ο Ιπποκράτης και οι γιατροί σε άλλες χώρες πάσχιζαν να «ρίξουν» τον πυρετό, αλλά οι πρώτες έρευνες σε ζώα και ανθρώπους τη δεκαετία του ’70 άρχισαν να προωθούν την αντίληψη πως ο πυρετός δυσκολεύει τους παθογόνους μικροοργανισμούς να πολλαπλασιαστούν μέσα στο σώμα του ασθενούς.